|
Όλο και περισσότεροι ερευνητές πιστεύουν ότι υπάρχει μία γενετική προδιάθεση στις διαταραχές διατροφής.
Νευροχημικές μελέτες μελέτες έδειξαν ότι οι νευροδιαβιβαστές σεροτονίνη και νορεπινεφρίνη μειώνονται στους πάσχοντες από ανορεξία και βουλιμία. Αυτοί οι νευροδιαβιβαστές επίσης λειτουργούν με κάποια ανωμαλία σε άτομα που υποφέρουν από κατάθλιψη. Υπάρχει σειρά επιστημονικών δεδομένων που υποστηρίζουν ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ διαταραχών διατροφής και κατάθλιψης. Η σεροτονίνη πέραν την σωματικής και συναισθηματικής ηρεμίας που προκαλεί στο άτομο, ελέγχει και το κέντρο του εγκεφάλου που έχει να κάνει με το αίσθημα του κορεσμού. Άλλοι νευροχημικοί που ασχολήθηκαν με ασθενείς που υποφέρουν από ανορεξία ή βουλιμία βρήκαν ότι τα επίπεδα των ορμονών βασοπρεσίνη και κορτιζόλη είναι υψηλότερα του κανονικού. Αυτές οι δύο ορμόνες εκκρίνονται υπό φυσιολογικές συνθήκες όταν το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση σωματικού και συναισθηματικού στρες. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι άτομα με διαταραχές διατροφής είχαν σε υψηλά επίπεδα το νευροπεπτίδιο Υ και το πεπτίδιο ΥΥ. Τα πεπτίδια αυτά προκαλούν στα πειραματόζωα το αίσθημα της πείνας. Τέλος, η ορμόνη χολικυστοκύνη βρέθηκε να είναι χαμηλή σε γυναίκες που υποφέρουν από βουλιμία. Η ορμόνη αυτή προκαλεί το συναίσθημα του κορεσμού στα πειραματόζωα και τα προτρέπει να σταματήσουν να τρώνε.
|